Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΑΘΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ | Όταν η Ιστορία βγαίνει από τα συρτάρια της λήθης

 ΜΑΘΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Όταν η Ιστορία βγαίνει από τα συρτάρια της λήθης

Από τον Κούκκο Πιερίας στον Δυτικό Πόντο | Η συγκλονιστική οικογενειακή μνήμη του Βασίλη Σιδηρόπουλου και η αφήγηση μιας νύχτας πείνας, χιονιού και αγώνα


Του Παναγιώτη Χ. Περπερίδη



Υπάρχουν ιστορίες που δεν γράφτηκαν ποτέ στα σχολικά βιβλία.

Δεν έγιναν κεφάλαια της επίσημης Ιστορίας. Δεν συνοδεύτηκαν από μεγάλους τίτλους. Δεν μπήκαν σε μουσεία και αρχεία όπως θα τους άξιζε.

Έμειναν μέσα στις οικογένειες.

Πέρασαν από τον παππού στον πατέρα, από τη γιαγιά στο παιδί και από το παιδί στα εγγόνια. Μεταφέρθηκαν από στόμα σε στόμα, μαζί με ονόματα ανθρώπων, χωριών, βουνών και ποταμών.

Κάποιες φορές, όμως, ένας άνθρωπος αποφασίζει να ανοίξει το συρτάρι της οικογενειακής μνήμης.

Να πάρει τις διηγήσεις των προγόνων του και να τις καταγράψει.

Ένας από αυτούς είναι ο Βασίλης Σιδηρόπουλος από τον Κούκκο Πιερίας.

Με το βιβλίο του «Πορείες θανάτου… και ζωής», ο συγγραφέας επιχειρεί να διασώσει μνήμες μιας εποχής που σημάδεψε βαθιά τον Ελληνισμό του Πόντου, μέσα από αφηγήσεις, οικογενειακές μαρτυρίες και ιστορίες ανθρώπων που βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις πιο σκληρές συνθήκες επιβίωσης.

Και ανάμεσα στις ιστορίες αυτές βρίσκεται και εκείνη του παππού του, του Καπετάν Σαούρ Ανέστη.

Μια ιστορία που εκτυλίσσεται μέσα στον χειμώνα του 1922, στα βουνά του Δυτικού Πόντου.


Η Ιστορία μέσα από τα μάτια ενός εγγονού

Ο Βασίλης Σιδηρόπουλος δεν προσεγγίζει την ιστορία ως έναν απρόσωπο κατάλογο ημερομηνιών και γεγονότων.

Την προσεγγίζει μέσα από τους ανθρώπους.

Μέσα από τους προγόνους του.

Και αυτό κάνει την αφήγηση διαφορετική.

Γιατί πίσω από έναν αριθμό υπάρχει ένας άνθρωπος.

Πίσω από ένα χωριό υπάρχει μια οικογένεια.

Πίσω από έναν ξεριζωμό υπάρχουν παιδιά, γυναίκες, ηλικιωμένοι, άνθρωποι που άφησαν πίσω τους σπίτια, περιουσίες, τάφους προγόνων και έναν ολόκληρο τρόπο ζωής.

Ο συγγραφέας αναζητά αυτή ακριβώς την ανθρώπινη διάσταση.

Την Ιστορία όπως την έζησαν εκείνοι που βρέθηκαν μέσα στη δίνη των γεγονότων.


Ταφσάν Νταγ, χειμώνας 1922

Στο οροπέδιο του Ταφσάν Νταγ, στην περιοχή του Βεζίρκιοπρου του Νοτιοδυτικού Πόντου, οι συνθήκες είναι δραματικές.

Σύμφωνα με την αφήγηση του Βασίλη Σιδηρόπουλου, περίπου 75 ένοπλοι αντάρτες βρίσκονται μαζί με περίπου 480 γυναικόπαιδα, αντιμέτωποι με την πείνα, το κρύο και τις συνεχείς μετακινήσεις.

Τα χωριά τους έχουν καταστραφεί.

Η τροφή λιγοστεύει.

Οι άνθρωποι αναγκάζονται να ζουν στα βουνά, αναζητώντας καταφύγιο και προσπαθώντας να αποφύγουν τις δυνάμεις που τους καταδιώκουν.

Και κάποια στιγμή το τελευταίο απόθεμα τροφίμων τελειώνει.

Τότε γεννιέται μια παράτολμη απόφαση.

Δώδεκα άνδρες θα κατέβουν στην πεδιάδα.

Θα προσπαθήσουν να φτάσουν σε έναν νερόμυλο κοντά στο χωριό Εσέν και να εξασφαλίσουν αλεύρι.

Δεν πρόκειται για μια απλή αποστολή.

Είναι μια αποστολή επιβίωσης.




Οι «Ισχνάγγελοι»

Ο Σιδηρόπουλος χρησιμοποιεί έναν ιδιαίτερο χαρακτηρισμό για τους δώδεκα άνδρες.

Τους αποκαλεί «Ισχνάγγελους».

Άνθρωποι αδύναμοι από την πείνα και τις κακουχίες, αλλά αποφασισμένοι να επιχειρήσουν αυτό που μοιάζει σχεδόν αδύνατο.

Ανάμεσά τους βρίσκεται ο παππούς του συγγραφέα, Καπετάν Σαούρ Ανέστης, αλλά και οι:

Μανασσής, Παπαζούν Γιώργης, Γουσά Ιστίλ, Αναστάς του Ταγκάλ, Ισπίρ του Κούρτ, Τιλκί, Ιστά, Στάθιος του Πάλογλου, Παπαζούν Γιάννης, Λάζαρος Κοκτσίδης και ο δεκαεξάχρονος Ηρακλής.

Δώδεκα άνθρωποι.

Ένα βουνό.

Μια νύχτα.

Και εκατοντάδες πεινασμένα γυναικόπαιδα να περιμένουν.


Η κάθοδος στον νερόμυλο

Η νύχτα είναι άγρια.

Το χιόνι πέφτει πυκνό.

Οι δώδεκα άνδρες κατηφορίζουν προς τον Κουρούτσαϊ, τον Ξηροπόταμο, όπως αναφέρεται στην αφήγηση.

Στόχος τους είναι ο νερόμυλος.

Όταν φτάνουν, διαπιστώνουν ότι ο μυλωνάς κοιμάται μέσα στον μύλο.

Η πόρτα είναι αμπαρωμένη.

Τα παράθυρα προστατεύονται από σιδεριές.

Και μέσα υπάρχει κάτι που για τους πεινασμένους άνδρες μοιάζει σχεδόν με θησαυρός:

φρεσκοψημένο ψωμί και ελιές.

Η αφήγηση του Σιδηρόπουλου μεταφέρει τον αναγνώστη μέσα στον μύλο.

Το κρύο, η σιωπή, η μυρωδιά του ψωμιού, ο κοιμισμένος μυλωνάς, οι άνδρες που περιμένουν έξω.

Και τότε ο μικρότερος της ομάδας, ο δεκαεξάχρονος Ηρακλής, αναλαμβάνει τον πιο επικίνδυνο ρόλο.

Θα προσπαθήσει να μπει από τη στέγη.


Ο δεκαεξάχρονος Ηρακλής

Η σκηνή είναι από εκείνες που δύσκολα ξεχνιούνται.

Ο Ηρακλής, ο μικρότερος και λεπτοκαμωμένος της ομάδας, ανεβαίνει στη στέγη.

Το χιόνι έχει καλύψει τα πάντα.

Με τα παγωμένα και πληγωμένα δάχτυλά του προσπαθεί να απομακρύνει τα κεραμίδια.

Οι υπόλοιποι περιμένουν.

Κάποιοι καλύπτουν τα παράθυρα.

Ο κίνδυνος είναι μεγάλος.

Ένα λάθος μπορεί να σημαίνει συναγερμό.

Ο Ηρακλής καταφέρνει τελικά να περάσει στο εσωτερικό του μύλου.

Και ύστερα ανοίγει την πόρτα.

Οι υπόλοιποι μπαίνουν.

Το αλεύρι βρίσκεται μπροστά τους.

Η αποστολή έχει πετύχει.


Έντεκα σακιά αλεύρι

Οι άνδρες φορτώνονται τα σακιά.

Έντεκα σακιά αλεύρι.

Παίρνουν μαζί τους ψωμί και ελιές.

Και αρχίζουν την επιστροφή.

Όμως υπάρχει ακόμη μία ανατροπή στην αφήγηση.

Ο Ηρακλής παίρνει μαζί του και την αγελάδα του μυλωνά.

Κουβαλά επίσης το όπλο του μυλωνά και άλλα αντικείμενα.

Η ομάδα αρχίζει την ανάβαση.

Ο δρόμος της επιστροφής είναι ακόμη δυσκολότερος.

Το χιόνι, η κούραση και το βάρος κάνουν κάθε βήμα βασανιστικό.

Κι όμως, πρέπει να επιστρέψουν.

Γιατί στην κορυφή του βουνού δεν περιμένουν απλώς σύντροφοι.

Περιμένουν άνθρωποι που πεινούν.


Εκείνοι που περίμεναν

Όλη τη νύχτα, τα γυναικόπαιδα περιμένουν.

Δεν γνωρίζουν αν οι άνδρες θα επιστρέψουν.

Δεν γνωρίζουν αν η αποστολή πέτυχε.

Δεν γνωρίζουν αν θα ξαναδούν τους ανθρώπους που έφυγαν.

Και όταν τελικά, αργά το μεσημέρι, οι δώδεκα άνδρες φτάνουν στα λημέρια, η υποδοχή είναι γεμάτη χαρά.

Το αλεύρι μετατρέπεται σε ψωμί και πίτες.

Οι γυναίκες ανασκουμπώνονται.

Η φωτιά ανάβει.

Το φαγητό μοιράζεται.

Για λίγο, μέσα στον πόλεμο και την καταδίωξη, υπάρχει κάτι που μοιάζει με κανονική ζωή.

Ένα κομμάτι ψωμί.

Μια ζεστή μπουκιά.

Μια οικογένεια δίπλα στην άλλη.

Μια ανάσα.


«Βρε παππούκα, πόσο μακριά ήταν;»

Ίσως όμως το πιο ανθρώπινο σημείο της αφήγησης έρχεται πολλά χρόνια αργότερα.

Όταν ο συγγραφέας ήταν παιδί, άκουγε τον παππού του να διηγείται την ιστορία.

Και τον ρωτούσε:

«Βρε παππούκα, πόσο μακριά ήταν αυτός ο νερόμυλος;»

Ο παππούς δεν μπορούσε να του εξηγήσει την απόσταση με τον τρόπο που την αντιλαμβανόμαστε σήμερα.

Του έδειχνε προς την πεδιάδα.

Του έδειχνε την κατεύθυνση.

Του έλεγε να κοιτάξει προς τη Νέα Έφεσο.

Και το παιδί δεν μπορούσε να καταλάβει.

Χρόνια αργότερα, όμως, ο Βασίλης Σιδηρόπουλος θα συνειδητοποιούσε το μέγεθος εκείνης της διαδρομής.

Περίπου είκοσι χιλιόμετρα.

Μέσα στο χιόνι.

Σε δύσβατα μονοπάτια.

Με φορτία στις πλάτες.

Με ανθρώπους εξαντλημένους από την πείνα.

Και τότε η παιδική απορία μετατράπηκε σε ιστορική συνειδητοποίηση.


Δεν κουβαλούσαν μόνο αλεύρι

Ίσως αυτή να είναι η ουσία της ιστορίας.

Οι δώδεκα άνδρες δεν κουβαλούσαν απλώς σακιά με αλεύρι.

Κουβαλούσαν την ελπίδα όσων είχαν μείνει πίσω.

Κουβαλούσαν την ευθύνη απέναντι στις οικογένειες.

Κουβαλούσαν την ανάγκη να κρατήσουν ζωντανή μια κοινότητα που βρισκόταν στα όρια της εξαφάνισης.

Και μέσα από την αφήγηση του Βασίλη Σιδηρόπουλου, αυτή η συγκεκριμένη νύχτα γίνεται ένα μικρό παράθυρο σε μια πολύ μεγαλύτερη ιστορική πραγματικότητα.


Από τον Πόντο στον Κούκκο Πιερίας

Η ιστορία αυτή έχει και μια ακόμη διάσταση.

Ξεκινά στον Πόντο.

Περνά μέσα από τη μνήμη μιας οικογένειας.

Και φτάνει μέχρι τον Κούκκο Πιερίας.

Εκεί όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο συγγραφέας που αποφάσισε να αναζητήσει τις ρίζες αυτών των αφηγήσεων και να τις μετατρέψει σε γραπτή μαρτυρία.

Έτσι λειτουργεί η μνήμη.

Δεν γνωρίζει σύνορα.

Δεν σταματά στα γεωγραφικά όρια μιας πατρίδας.

Ένα γεγονός που συνέβη πριν από περισσότερο από έναν αιώνα στον Πόντο μπορεί να συνεχίζει να ζει μέσα σε ένα σπίτι, σε ένα χωριό της Πιερίας, σε μια οικογένεια και τελικά στις σελίδες ενός βιβλίου.


Η Ιστορία δεν είναι μόνο ημερομηνίες

Η αφήγηση του Βασίλη Σιδηρόπουλου μάς θυμίζει κάτι σημαντικό.

Η Ιστορία δεν είναι μόνο ημερομηνίες.

Δεν είναι μόνο στρατιωτικές επιχειρήσεις, πολιτικές αποφάσεις και μεγάλα γεγονότα.

Είναι και οι άνθρωποι που βρέθηκαν μέσα σε αυτά.

Είναι ο πατέρας που προσπαθεί να προστατεύσει το παιδί του.

Η μάνα που αναζητά λίγο αλεύρι.

Ο νέος που ανεβαίνει στη στέγη ενός μύλου.

Ο άνθρωπος που κουβαλά ένα σακί στους ώμους του ενώ δεν έχει πια δύναμη.

Ο παππούς που, δεκαετίες αργότερα, διηγείται την ιστορία στον εγγονό του.

Και ο εγγονός που αποφασίζει να την καταγράψει.


Μια ιστορία που αξίζει να διαβαστεί και να ακουστεί

Σήμερα, περισσότερο από έναν αιώνα μετά τα γεγονότα, η αξία τέτοιων προσωπικών και οικογενειακών αφηγήσεων βρίσκεται ακριβώς στη δυνατότητά τους να μεταφέρουν τη μνήμη από γενιά σε γενιά.

Ο Βασίλης Σιδηρόπουλος, μέσα από το «Πορείες θανάτου… και ζωής», καταθέτει τη δική του συμβολή σε αυτή την προσπάθεια.

Μια συμβολή που ξεκινά από την οικογενειακή μνήμη και συναντά τη συλλογική ιστορική μνήμη του Ποντιακού Ελληνισμού.

Γιατί οι άνθρωποι που έζησαν τα γεγονότα δεν είναι απλώς πρόσωπα του παρελθόντος.

Είναι οι άνθρωποι από τους οποίους ερχόμαστε.

Και οι ιστορίες τους είναι κομμάτι της δικής μας ιστορίας.


«Οι πιο ενδιαφέροντες άνθρωποι είναι αυτοί που έζησαν δίπλα μας»

Ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό μάθημα Ιστορίας.

Να μάθουμε να κοιτάζουμε λίγο πιο κοντά.

Στο παλιό οικογενειακό φωτογραφικό άλμπουμ.

Στο συρτάρι με τα κιτρινισμένα χαρτιά.

Στο παλιό σπίτι του παππού.

Στις διηγήσεις της γιαγιάς.

Στα ονόματα που επαναλαμβάνονται από γενιά σε γενιά.

Γιατί εκεί, πολλές φορές, κρύβεται μια Ιστορία που δεν γράφτηκε ποτέ στα βιβλία.

Μια Ιστορία που όμως έμεινε χαραγμένη βαθιά μέσα στα φυλλοκάρδια μας.

Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται και άνθρωποι που καταγράφουν, η λήθη δεν έχει τον τελευταίο λόγο.

Η μνήμη συνεχίζει να ταξιδεύει.

Από τον Πόντο στον Κούκκο.

Από τον παππού στον εγγονό.

Από το στόμα στο χαρτί.

Και από το χαρτί στις επόμενες γενιές.

Το αυτούσιο κείμενο από ανάρτηση του συγγραφέα στο facebook που στάθηκε αφορμή γι αυτο το άρθρο:

Βασίλειος Σιδηρόπουλος

ΜΑΘΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Οι πιο ενδιαφέροντες άνθρωποι, είναι αυτοί που έζησαν δίπλα μας (Πρόγονοί μας) και οι ιστορίες τους είναι μέρος της ιστορίας όλου Ελληνισμού, που παραμένουν κλεισμένες στα συρτάρια της λήθης, έξω από τα φύλλα των βιβλίων της Ιστορίας μας, αλλά χαραγμένες βαθιά μές΄τα φυλλοκάρδια μας.
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ:
Στο οροπέδιο του Ταφσάν Νταγ, (Δάσος κουνελιών) στην περιοχή του Βεζίρκιοπρου του Νοτιοδυτικού Πόντου τον χειμώνα του 1922, εβδομήντα πέντε (75) ένοπλοι αντάρτες και τετρακόσια ογδόντα (480) περίπου γυναικόπαιδα λιμοκτονούσαν, κυνηγημένοι από τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν, ορισμένες φατρίες Κούρδων και την Μεραρχία του Κεμάλ, υπό τον Λιβά Πασά.
Τα χωριά τους είχαν ισοπεδωθεί, δεν είχε απομείνει πέτρα πάνω στην πέτρα και βοήθεια δεν διαφαινόταν πουθενά.
Δώδεκα αντάρτες, με επικεφαλής τον Παππού μου, Καπετάν Σαούρ Ανέστη αποφάσισαν να κατέβουν στην πεδιάδα, κοντά στο Τουρκοχώρι του Εσσέν για να κλέψουν αλεύρι από έναν Νερόμυλο.
Από τις 175.000 των Τουρκόφωνων Ελλήνων του Δυτικού Πόντου της Επαρχίας της Αμάσειας είχαν σφαχτεί, η σταλθεί στις λευκές πορείες θανάτου 145.000 περίπου κατά τα επτά χρόνια της αντίστασης.
Σας παραθέτω ένα σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο μου, με τίτλο *Πορείες θανάτου…και ζωής* για τις συνθήκες ζωής-θανάτου τους…
ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΠΟΣΠΑΣΑΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
*Αυτός ήταν χτισμένος σ’ ένα πλατανόρεμα, λίγο πιο έξω από ένα πεδινό μουσουλμανικό χωριό, το Εσέν, στις όχθες του Κουρούτσάϊ (Ξηροπόταμος), που σήμερα λέγεται Άκτσαϊ (Ασπροπόταμος).
Είχαν τελειώσει τα τρόφιμά τους στο βουνό. Εκτός από τους εβδομήντα πέντε ένοπλους είχαν να ταϊσουν και κάπου τετρακόσια ογδόντα πεινασμένα γυναικόπαιδα. Πολλοί στο μεταξύ πέθαιναν από τις κακουχίες, τα κρυοπαγήματα και από τις συνεχείς μετακινήσεις τους, κυνηγημένοι από βουνό σε βουνό από τους Λαζούς Τσέτες του Τοπάλ Οσμάν, που συντάχθηκαν μαζί του στο ξεπάστρεμα των χριστιανών.
Πολλοί απ’ τους κυνηγημένους σαν τ’ αγρίμια Έλληνες ήταν σε κακή κατάσταση. Άλλοι ήταν κουτσοί με ανοιχτές πληγές στα πόδια από τα κρυοπαγήματα και άλλοι αδύναμοι από τις πνευμονίες και τα πρακτικά φάρμακα από μαντζούνια, σπαθόλαδα, χαμομήλια, κάτουρα και φύλλα κρεμμυδιών, δεν βοηθούσαν.
Ξεκίνησαν μια νύχτα μέσα σε άγρια χιονοθύελλα δώδεκα απελπισμένοι από την πείνα ισχνάγγελοι άνδρες και κατηφόρισαν μέσα και πλάϊ από την κοίτη του ποταμού Κουρούτσαϊ προς το νερόμυλο του Εσέν.
(Ισχνάγγελος: Λέξη της αρχαϊκής, αλλά και της Τσακώνικης διαλέκτου του Άστρους Κυνουρίας στην Πελοπόννησο: Αδύνατος με λίγα κιλά, άλλα γενναίος)
Η ομάδα των Ισχναγγέλων αποτελούταν, από τον παππού μου, τον Μανασσή, τον Παπαζούν Γιώργη, τον Γουσά Ιστίλ από το Τουρναγκιόλ, τον Αναστάς του Ταγκάλ από το Τσετμί, τον Ισπίρ του Κούρτ από το Σεϊχσιρίν, τον Τιλκί, τον Ιστά, τον Στάθιος του Πάλογλου, τον Παπαζούν Γιάννη, τον μουχτάρη του χωριού Λάζαρο Κοκτσίδη από το Σοουγτζάχ και τον αδελφό της γιαγιάς μου της Κερεκίας, τον δεκαεξάχρονο Ηρακλή.
Όταν αποκαμωμένοι από την κούραση σίμωσαν στο νερόμυλο, η ανεμοθύελλα κάτω στα χαμηλά είχε κάπως κοπάσει, αλλά το χιόνι συνέχιζε να πέφτει εκκωφαντικά σιωπηλό σε μέγεθος πεταλούδας, απαλό σαν πούπουλο σε μεγάλη ποσότητα και το ύψος του είχε ξεπεράσει το μισό μέτρο.
Τον περικύκλωσαν προσεχτικά και διαπίστωσαν ότι ο μυλωνάς είχε αμπαρώσει την πόρτα του μύλου από μέσα και κοιμόταν του καλού καιρού πάνω σ’ έναν ξύλινο σοφά, δίπλα στο μισοσβησμένο τζάκι, τυλιγμένος με μια λερή κουρελιασμένη πράσινη βελέντζα. Δίπλα του, πάνω σ’ έναν στρόγγυλο σοφρά (χαμηλό τραπεζάκι), υπήρχαν πέντε φρεσκοψημένα εκμέκ (ψωμιά) κι’ ένα μικρό πλεχτό λιγαρένιο καλαθάκι με ζεϊτούν (ελιές). Τα ροχαλητά του που ακούγονταν μέχρι έξω διαπερνώντας ένα σπασμένο τζάμι, απλώνονταν σε μικρή απόσταση, ενοχλώντας την ηρεμία του λευκού τοπίου. Η μυρωδιά όμως του φρεσκοψημένου ψωμιού και οι ελιές στο καλαθάκι τους έδιναν κουράγιο και δύναμη, για να πετύχουν το σκοπό τους. Τα παράθυρα του μύλου ήταν κι’ αυτά αμπαρωμένα από μέσα με σιδεριές και οι απελπισμένοι Ισχνάγγελοι δεν έβρισκαν τον τρόπο για να μπούνε.
Τότε ο Ηρακλής που ήταν ο μικρότερος και ο πιο λεπτοκαμωμένος πρότεινε ν’ ανέβει στη σκεπή του μύλου για να προσπαθήσει να σηκώσει μερικά κεραμίδια και αν τα κατάφερνε, να πηδήξει στο εσωτερικό του. Μεσ’ την απελπισία τους κι’ αφού δεν είχαν άλλη επιλογή, τον βοήθησαν ν’ ανέβει από ένα σημείο στην πίσω πλευρά του μύλου, όπου το χώμα ήταν επικλινές και εφάπτονταν στο πέτρινο ντουβάρι σε απόσταση δύο μέτρων από την κεραμοσκεπή. Τρεις απ’ αυτούς στο μεταξύ σημάδευαν έξω απ’ τα παράθυρα τον Μυλωνά που κοιμόταν, φοβούμενοι μην τυχόν και αντιλαμβανότανε τον Ηρακλή και τον πυροβολούσε.
Σκαρφάλωσε στην πλάτη του Στάθιος, που ήταν ο πιο γεροδεμένος και ο πιο υψηλόσωμος της ομάδας και γρήγορα κατάφερε να παραμερίσει το χιόνι και ν’ ανασηκώσει με τα παγωμένα και πληγωμένα του δάχτυλα δυο τρία κεραμίδια. Χώθηκε αθόρυβα στο άνοιγμά τους και αφού κρεμάστηκε με δυσκολία από τις ξυλοδεσιές της σκεπής, στηρίχτηκε στα οριζόντια δοκάρια και πήδηξε πάνω σε κάποια σακιά με στάρι που ήταν αραδιασμένα στο πάτωμα, ακριβώς από κάτω του. Πάτησε στο χωμάτινο πάτωμα, έδωσε πέντε δρασκελιές και με δυσκολία κρατώντας την ανάσα του ανασήκωσε την βαριά σιδερένια αμπάρα της πόρτας.
Μπήκαν μέσα αλαλάζοντας από τρελή χαρά, έδεσαν και φίμωσαν τον μυλωνά που ξύπνησε αλαφιασμένος και δεν πρόλαβε ν’ αρπάξει την ταπάντζα (όπλο) του. Φορτώθηκαν στις πλάτες τους έντεκα παραγεμισμένα τσουβάλια με αλεύρι και βιαστικά ξεκίνησαν την ανάβαση για τα λημέρια τους ψηλά στο βουνό, καθώς στο μεταξύ θ’ άρχιζε, να χαράζει.
Άρπαξαν και δυο από τα ψωμιά πάνω απ’ τον σοφρά, τα έσπασαν σε μικρές μπουκιές με τα χέρια τους, τα έβαλαν μαζί με πεντέξι ελιές στις τσέπες τους κι’ έπιασαν βιαστικά τ’ ανηφορικά από πριν πατημένα μονοπάτια, που τώρα για καλή τους τύχη φωτίζονταν από το φεγγάρι, που ξεπρόβαλε ανάμεσα απ’ τα δένδρα.
Ο Ηρακλής αφού έβγαλε έξω από το μαντρί του μύλου την αγελάδα του μυλωνά, την έσερνε απ’ το καπίστρι της, ακολουθώντας από μικρή απόσταση την ομάδα, προσπαθώντας να μην τους χάσει απ’ τ’ οπτικό του πεδίο. Φοβόταν μην τυχόν και χαθεί στη σκοτεινιά του άγριου βελανιδένιου δάσους όταν θα έφταναν εκεί, σε απόσταση τεσσάρων περίπου χιλιομέτρων μετά τον Νερόμυλο, στο ύψος του χωριού του Τουρναγκιόλ (Λίμνη των Γερανών). Στην πλάτη του κουβαλούσε την ταπάντζα (όπλο) του μυλωνά μαζί με τα τσαπράζια που ζώστηκε. Έριξε στην πλάτη του κι’ ένα τσουβάλι με τα υπόλοιπα ψωμιά και τις ελιές, που μάζεψε πάνω απ’ το σοφρά και αρκετές από το χωμάτινο πάτωμα, καθώς πάνω στην αναμπουμπούλα είχαν πέσει κάτω, μαζί με το μικρό πλεχτό καλαθάκι.
Όταν αργά το μεσημέρι έφτασαν στα λημέρια τους εξαντλημένοι και κατάκοποι, σερνάμενοι πια στα χιόνια με τα γόνατα, τους υποδέχθηκε αλαλάζοντας από χαρά το πεινασμένο πλήθος. Κανείς τους δεν είχε κλείσει μάτι όλη νύχτα μεσ’ τα παγωμένα λαγούμια χιονιού, όπου ήταν τρυπωμένοι και τους περίμεναν με αγωνία από την στιγμή της αναχώρησής τους μέχρι την ώρα που έφτασαν.
Οι γυναίκες ανασκουμπώθηκαν και πιάστηκαν με το αλεύρι να πλάθουν πίτες, που τις έψηναν πάνω σε λεπτές πλακέ πυρακτωμένες πέτρες, μαζί με κομμάτια κρέας από την αγελάδα, που στο μεταξύ είχε σφάξει ο Καπετάν Ανέστης Γουράτς, γενικός αρχηγός της περιοχής του Ερσαντούχ και του Ελατλί, μαζί με δυο παλληκαράκια.
Πάντα και κάθε φορά που άκουγα αυτή την ιστορία, ρωτούσα τον Παππού μου.
-Βρε παππούκα πόσο μακριά ήταν αυτός ο νερόμυλος απ’ τα λημέρια σας εκεί πάνω στην Οτλού Κιλισέ στα βουνά του Ταφσάν Ντάγ ;
Κι’ επειδή δεν καταλάβαινα και δεν μπορούσα να κατανοήσω τότε, τι ακριβώς σήμαιναν χιλιόμετρα και αποστάσεις, μου απαντούσε:
-Να ασλανούμ (λιονταράκι μου) από δω απ’ το χωριό μας, μέεεχρι εκείνο εκεί κάτω το χωριό τη Νέα Έφεσο. Το βλέπεις εκεί απέναντι χαμηλά στην πεδιάδα, που φαίνεται πίσω από την Κατερίνη με εκείνη την Τούμπα με τα δένδρα, λίγο πιο εδώ από τον Όλυμπο; Και μου έδειχνε την κατεύθυνση προς τα νότια, τεντώνοντας το χέρι του προς τα εκεί.
Δεν το χωρούσε ο νους μου. Πώς ήταν δυνατόν δώδεκα ρακένδυτοι πεινασμένοι άνδρες στα όρια της ασιτίας, να καταφέρουν να κουβαλήσουν στην πλάτη τους ένα φορτίο πενήντα κιλών ο καθένας σε μια απόσταση είκοσι χιλιομέτρων, μέσα από ανηφορικά και ασχημάτιστα χιονισμένα μονοπάτια και ρεματιές, όσο γενναίοι πανάθεμα και αν ήταν!
Τόση είναι περίπου η απόσταση του χωριού μου σ’ ευθεία γραμμή από τη Νέα Έφεσο.

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Βασίλης Σιδηρόπουλος, από τον Κούκο Πιερίας, είναι συγγραφέας και καταγραφέας της ποντιακής μνήμης.
Μεγάλωσε ακούγοντας από τους παλαιότερους ιστορίες για τον Πόντο, τον ξεριζωμό και τη ζωή των προσφύγων στη νέα πατρίδα.
Οι αφηγήσεις του παππού του, Καπετάν Σαούρ Ανέστη, αποτέλεσαν μία από τις σημαντικότερες πηγές έμπνευσής του.
Για χρόνια κράτησε ζωντανές στη μνήμη του ιστορίες, ονόματα, τόπους και γεγονότα που κινδύνευαν να χαθούν.
Στη συνέχεια τα κατέγραψε, αναζητώντας παράλληλα ιστορικές πηγές και μαρτυρίες που θα φωτίσουν την εποχή.
Καρπός αυτής της προσπάθειας είναι το βιβλίο «Πορείες θανάτου… και ζωής», από τις Εκδόσεις Κυριακίδη.



Ένα έργο αφιερωμένο στους ανθρώπους του Δυτικού Πόντου, στις δοκιμασίες, στον ξεριζωμό και στον αγώνα τους για επιβίωση.
Ο Σιδηρόπουλος δεν καταγράφει μόνο γεγονότα· αναζητά τους ανθρώπους πίσω από τους αριθμούς και τις ημερομηνίες.
Από τον Πόντο των προγόνων του μέχρι τον Κούκο Πιερίας, μεταφέρει μια μνήμη που ταξιδεύει από γενιά σε γενιά.
Γιατί όσα δεν γράφτηκαν στα βιβλία της Ιστορίας, δεν σημαίνει πως δεν έγιναν· και όσα θυμόμαστε, έχουμε χρέος να μην τα αφήσουμε να χαθούν.